Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ. (Πραξ. 5, 18)
Και έβαλαν τα χέρια τους πάνω στους αποστόλους (δηλαδή τους συνέλαβαν) και τους έβαλαν σε δημόσια φυλακή.
Οι θρησκευτικοί άρχοντες (Σαδδουκαίοι) κυριευμένοι από φθόνο και ζήλια για τους αποστόλους (στχ. 17) τους έβαλαν φυλακή, ώστε να σταματήσει η δράση τους, κάτι που αύξανε τους πιστούς προς το χριστιανισμό και παράλληλα μείωνε την επιρροή τους στον κόσμο. Αυτή η δυναμική αντίδρασή τους ήταν αναμενόμενη μιας και είχαν συλλάβει τον Ιησού Χριστό. Εξάλλου, όχι μόνο δεν μπορούσαν να αντιπαρατεθούν με επιχειρήματα αλλά ούτε να αποδείξουν ότι τα θαύματα ήταν απάτες. Δεν ήταν μυστική η σύλληψη, τους έβαλαν σε δημόσια φυλακή για να δείξουν δημοσίως ότι οι απόστολοι είναι υπόδικοι και να τρομοκρατήσουν έτσι το λαό. Ο ευαγγελιστής δεν μας αναφέρει τις κατηγορίες για τις οποίες υπέστησαν αυτή τη δίωξη, οπότε καταλαβαίνουμε ότι επρόκειτο για αστείες αφορμές. Ουσιαστικά διώκονταν η φανέρωση της Αλήθειας, μιας και το ευαγγέλιο προκαλούσε (και προκαλεί) αντιδράσεις από όσους ενδιαφέρονται μόνο για τον υλικό πλούτο. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι διώξεις ξεκίνησαν πολύ νωρίς κάτι που δεν πτόησε τους αποστόλους. Βέβαια ούτε φόβο έφερε η φυλακή, ούτε σταμάτησε τη δράση τους. Στον επόμενο στίχο (19) ο Θεός παρεμβαίνει θαυματουργικά και τους απελευθερώνει. Τα εμπόδια στη διάδοση του ευαγγελίου αποδεικνύουν ότι το κακό δεν παύει ποτέ να μάχεται την Εκκλησία.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ (=read more)...













