Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· (Πραξ. 2, 5)
Βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ ευσεβείς Ιουδαίοι από όλα τα έθνη του κόσμου.
Ο Λουκάς μας αναφέρει πως την ημέρα της Πεντηκοστής βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ πολλοί Ιουδαίοι της διασποράς, δηλαδή ήλθαν για την γιορτή από πολλά μέρη από την τότε γνωστή οικουμένη. Ανήκαν μεν στον Ιουδαϊσμό, αλλά είχαν μεγαλώσει αλλού και πολλοί εξ αυτών δεν μιλούσαν καν την ιουδαϊκή γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι το θαύμα των γλωσσών θα γίνει σε ανθρώπους πολλών γλωσσών. Συνεπώς το μήνυμα του Χριστού θα αρχίσει να διαδίδεται αμέσως παντού. Θα λέγαμε ότι παρουσιάζεται συμβολικά η παγκόσμια διάσταση της Εκκλησίας. Αυτοί οι Ιουδαίοι δεν ήταν απλώς πιστοί στο Νόμο, αλλά «εὐλαβεῖς». Ούτε απλώς περαστικοί, ούτε αδιάφοροι. Έτσι ο Λουκάς μας προϊδεάζει γιατί αυτοί οι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν σοβαρά στο γεγονός της Πεντηκοστής, αντί να το απορρίψουν αμέσως. «Εὐλαβεῖς» θεωρούνται άνθρωποι με φόβο Θεού, πνευματική ευαισθησία και διάθεση υπακοής. Οπότε θα προσέξουν το θαύμα, δεν θα το αντιμετωπίσουν με χλευασμό, θα αναρωτηθούν τι σημαίνει (Πραξ. 2, 12) και δεν θα το απορρίψουν. Επίσης, γνώριζαν τις Γραφές, περίμεναν τις υποσχέσεις του Θεού και μπορούσαν να συνδέσουν το γεγονός με προφητείες. Γι' αυτό αμέσως μετά ο Απόστολος Πέτρος τους μιλά με προφητείες του Προφήτη Ιωήλ και των Ψαλμών. Η ευλάβεια δεν σημαίνει ότι «κατάλαβαν αυτόματα» το θαύμα, αλλά ότι είχαν εσωτερική διάθεση να το προσέξουν και να αναζητήσουν το νόημά του. Συνεπώς ο Θεός είχε ήδη προετοιμάσει κατάλληλους ανθρώπους για να δεχθούν το κήρυγμα των Αποστόλων.







