Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; (Πραξ. 16, 30)
Και αφού τους έβγαλε έξω, είπε: Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;
Βλέποντας μετά το σεισμό, ο ρωμαίος δεσμοφύλακας να ανοίγουν οι πόρτες των κελιών, να λύνονται τα δεσμά αλλά οι κρατούμενοι να μην φεύγουν (αν έφευγαν θα θανατώνονταν βάσει του ρωμ. νόμου), ρώτησε κάτι που το έχουμε ξανακούσει στα ευαγγέλια (Ματθ. 19, 16 Πραξ. 2, 37): Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; Δεν ρώτησε τον Παύλο και το Σίλα από απλή περιέργεια. Και κυρίως, δεν ρώτησε αυτό που ρωτάγαμε οι περισσότεροι σήμερα, το πως έγινε το θαύμα. Είδε το θαύμα, δεν το αμφισβήτησε, ούτε έψαξε για λογικές απαντήσεις περί αυτού. Συνειδητοποίησε ότι βρίσκεται μπροστά σε θεία δύναμη, και μετέτρεψε τον όποιο φόβο λογικά θα είχε, σε πνευματική αναζήτηση. Κάτι που επιπλέον τον πείθει, είναι η στάση των αποστόλων, οι οποίοι ούτε δραπέτευσαν, ούτε τον εκδικήθηκαν. Αντιθέτως του πρόσφεραν τη σωτηρία. Ο δεσμοφύλακας δεν ζήτησε μόνο πως να γλυτώσει το θάνατο, αλλά το πως να σώσει την ψυχή του και να απελευθερωθεί από την αμαρτία. Σε μια νύχτα δηλαδή, από άνθρωπος του ρωμαϊκού κράτους, γίνεται πιστός χριστιανός. Μέσα από μία στιγμή κρίσης και φόβου τον άγγιξε η χάρη του Θεού. Ένιωσε ένα εσωτερικό ταρακούνημα που τον οδήγησε να ζητήσει τον δρόμο προς τον Θεό.







