Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; (Εβρ. 2, 2-3)
Διότι, αν ο λόγος που ειπώθηκε μέσω αγγέλων αποδείχθηκε έγκυρος και κάθε παράβαση και ανυπακοή έλαβε δίκαιη ανταπόδοση,
πώς εμείς θα ξεφύγουμε, αν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία;
Ο απ. Παύλος με αυτήν την ερώτηση κάνει μια σύγκριση μεταξύ του νόμου της Παλ. Διαθήκης και της σωτηρίας που δίδαξε ο Κύριος. Σκοπό δεν έχει να δείξει τι από τα δύο είναι καλό και τι κακό, αλλά τι έχει μεγαλύτερη και τι μικρότερη προσφορά. Ο νόμος δόθηκε στο Μωυσή με αγγελική διαμεσολάβηση ενώ το ευαγγέλιο από τον ίδιο τον Κύριο. Είχε ποινές για κάθε παράβαση και ανυπακοή ενώ το ευαγγέλιο προσφέρει σωτηρία. Τιμωρία είχε η παρακοή, στο ευαγγέλιο η αμέλεια δεν θα μείνει χωρίς κρίση. Σημαντικό για τον απ. Παύλο είναι η αδιαφορία για τη σωτηρία, η οποία δεν διαφέρει από την άρνηση. Αν η κατώτερη βαθμίδα είχε αυστηρότητα, πόσο μέλλον η ανώτερη. Το κυριότερο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε αυτήν την κρίση. Δεν μας απειλεί εδώ ο Παύλος, αλλά προσπαθεί να μας αφυπνίσει. Η σωτηρία που μας προσφέρει ο Κύριος είναι κάτι που δεν πρέπει να προσπερνάμε ή να υποβαθμίζουμε. Και κυρίως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτήν. Δηλαδή, αν αμελήσουμε να στραφούμε προς τη σωτηρία, αν αρνηθούμε αυτό το δώρο του Χριστού, αν παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αγκαλιά της αμαρτίας, τότε θα υποστούμε τις συνέπειες της επιλογής μας.







