Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. (Α' Κορ. 8, 8)
Το φαγητό δεν μας φέρνει πιο κοντά στον Θεό· γιατί ούτε αν φάμε έχουμε κάποιο πλεονέκτημα, ούτε αν δεν φάμε υστερούμε σε κάτι.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως ο απ. Παύλος με αυτή τη φράση, αποδομεί το ρόλο της νηστείας. Τι κι αν φάμε, τι κι αν δεν φάμε, είναι το ίδιο; Αντιθέτως, αποδομεί την υπερβολική σημασία που λαθεμένα δίνεται σ' αυτήν. Κι αυτό γιατί η νηστεία δεν είναι μια απλή διατροφική ακολουθία, ούτε από μόνη της προσφέρει κάτι στη σχέση μας με το Θεό. Είναι ένα εργαλείο άσκησης, το οποίο δεν το κάνουμε από μόνοι μας, αλλά πάντα καθ' υποδείξεως από τον ιερέα που μας εξομολογεί. Δυστυχώς, αυτή η άσκηση κατάντησε σε πολλούς ως μια τυπολατρική συνήθεια με τη λαθεμένη αντίληψη ότι είναι θεάρεστη. Δίνεται δηλαδή μεγάλη σημασία στον τρόπο και όχι στο αποτέλεσμα. Η πίστη προς το Θεό δεν μετριέται με το πόσο και τι θα φάμε, αλλά με το πόσο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από την αμαρτία. Η άσκηση της νηστείας αποσκοπεί στην ενδυνάμωση του πνεύματος εναντίον σε ότι μας καλλιεργεί πάθη, εν προκειμένῳ της λαιμαργίας. Και βέβαια η άσκηση δεν περιορίζεται μόνο στη διατροφή. Εντούτοις είτε από υπερβάλλοντα ζήλο, είτε από άγνοια εγκλωβίζονται πολλοί στην άσκηση του φαγητού. Και το χειρότερο δε, είναι ότι επιδεικνύουν αυτήν τους τη δραστηριότητα. Σε τι διαφέρουν από τους Ιουδαίους που τηρούσαν κατά γράμμα το νόμο (και όχι κατά πνεύμα); Σε τίποτα. Ούτε πόντους αγιότητας κερδίζουν από την αποχή των αρτήσιμων, ούτε ποινή αν τα τρώνε. Η νηστεία αν δεν πετυχαίνει να οδηγήσει στην ταπείνωση και την αγάπη, τότε είναι άνευ νοήματος...







