Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
ὃς οὐκ ἔχει καθ’ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ, ἑαυτὸν ἀνενέγκας. (Εβρ. 7, 27)
Αυτός (ο Χριστός) δεν έχει ανάγκη, όπως οι αρχιερείς, να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες, πρώτα για τις δικές του αμαρτίες και έπειτα για τις αμαρτίες του λαού· γιατί αυτό το έκανε μία φορά για πάντα, προσφέροντας τον ίδιο τον εαυτό του.
Σε τι διαφέρει ο Χριστός ως αρχιερέας με τους αρχιερείς του νόμου; Ίσως σ' εμάς να φαίνεται τόσο αυτονόητη η απάντηση, ωστόσο τότε ο απ. Παύλος έπρεπε να τονίσει τη διαφορά του αρχιερατικού αξιώματος του Κυρίου από αυτό των αρχιερέων του νόμου της Παλ. Διαθήκης. Πρώτα απ' όλα, ο Χριστός ως αναμάρτητος δεν έχει ανάγκη να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό του. Ενανθρωπίστηκε μεν αλλά χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα. Αντίθετα όλοι οι άνθρωποι, όπως και οι αρχιερείς τότε (και σήμερα βέβαια) αμαρτάνουν είτε ελάχιστα (αν ασκούνται πολύ) είτε βαρύτερα... με συνέπεια να χρειάζονταν να κάνουν θυσίες όχι μόνο για το λαό αλλά και για τον εαυτό τους. Ο Χριστός μία θυσία προσέφερε άπαξ και διά παντός. Πλήρως και μοναδικά. Χωρίς να υπάρξει περιοδική ανάγκη για να το επαναλάβει. Αυτή η θυσία ισχύει αιώνια και έφερε μόνιμες αλλαγές, όπως π.χ. οι ψυχές έπαψαν να εγκλωβίζονται στον Άδη και «κοιμούνται» έως την ημέρα της κρίσης, οι ζωντανοί απέκτησαν και πάλι τη δυνατότητα να μπουν στην ουράνια βασιλεία, κ.α. Το κυριότερο, ο Χριστός δεν θυσίασε ζώα, όπως οι αρχιερείς, αλλά την ύψιστη προσφορά που θα μπορούσε να γίνει: τον ίδιο του τον εαυτό. Τόση ήταν η απόσταση του ανθρώπου από το Θεό λόγῳ της αμαρτίας, που έδωσε τον εαυτό του «λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ. 10, 45). Η ύψιστη θυσία έγινε από Εκείνον του οποίου πηγάζει το αξίωμα του αρχιερέως. Στην εν Χριστῷ εποχή, πλέον ο Κύριος είναι το πρότυπο του μεγίστου αρχιερέως που οφείλουν να ακολουθούν οι αρχιερείς, οι οποίοι δεν επαναλαμβάνουν τη θυσία του Χριστού στη θεία λειτουργία, αλλά την παρουσιάζουν μυστικά και αληθινά, αναίμακτα μεν αλλά με μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Κυρίου.







