Ακούμε στην αυριανή περικοπή:
εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ. (Α' Κορ. 16, 22)
Εάν κάποιος δεν αγαπά τον Κύριο, ας είναι ανάθεμα. Ο Κύριός μας έχει έλθει.
Ο απ. Παύλος κλείνει την επιστολή του με μια αυστηρή, θα λέγαμε φράση, κάτι γνώριμο στις επιστολές του. Φιλεῖ τον Κύριο, μας λέει, και όχι «αγαπά» για να τονίσει ιδιαίτερα την προσωπική αγάπη, τη φιλία, την προσήλωση και τον συναισθηματικό δεσμό. Για να μην εννοήσουμε απλώς «εάν κάποιος δεν υπακούει στον Κύριο», μας βάζει το φιλεῖ για να τονίσει τον προσωπικό δεσμό αγάπης με τον Κύριο. Μην ξεχνάμε πως οι Κορίνθιοι είχαν ασχοληθεί με χαρίσματα, γνώση, γλώσσες, προφητείες κ.λπ., αλλά ο Παύλος τους είχε ήδη δείξει ότι όλα αυτά χωρίς αγάπη δεν έχουν αξία. Εδώ στο τέλος, το κριτήριο γίνεται ακόμη πιο θεμελιώδες: η αγάπη προς τον ίδιο τον Κύριο. Όποιος λοιπόν δεν Τον αγαπά, είναι ανάθεμα. Ούτε αμαρτάνει, ούτε είναι καταδικασμένος. Δεν έχουμε μια συνηθισμένη παράβαση, αλλά κάτι χειρότερο: την έλλειψη αγάπης προς τον Κύριο, η οποία τοποθετεί τον άνθρωπο έξω από την κοινωνία μαζί Του. Το πρόβλημα είναι η ίδια η στάση του ανθρώπου απέναντι στον Χριστό. Αν δεν τον αγαπά (φιλεῖ) τότε βρίσκεται μακριά Του, κάτι που σημαίνει απώλεια (θάνατο). Μόνο η κοινωνία μαζί Του δίνει ζωή. Ο Παύλος μας τονίζει στο τέλος ότι ο Κύριος ήλθε (μαρὰν ἀθᾶ) με ότι συνεπάγεται με αυτό. Δεν είναι ένας αφηρημένος Θεός ή μια θεωρητική πίστη. Ο Κύριος έχει ήδη έλθει μέσα στην ιστορία. Ο Ιησούς είναι ο πραγματικός Κύριος, ο οποίος ήλθε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Γι' αυτό η άρνηση της αγάπης προς Αυτόν είναι τόσο σοβαρή. «Ο Κύριος ήλθε» δεν είναι μια αυστηρή προειδοποίηση, αλλά μια ομολογία πίστεως. Μετά το «ανάθεμα» ο Παύλος δίνει ομολογία του Χριστού ως Κυρίου.







